Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ο Κωστής Παλαμάς για τις διαχρονικές αξίες ενός λαού : “Γύριζε” (1908)



[...]  ψεύτης εδωλο εν᾿ δ, τ προσκυν πλεμπάγια
λήθεια τόπο ν σταθ μι σπιθαμ δ θβρ.[...]
[...] π θαμπος ντερβίσηδες κα στέρφους μανταρίνους
κι π τος χαλκοπράσινους Πολιτεία πατιέται. [...] 
[...] Σκλάβος ξανάσκυψε ρωμις κα δασκαλοκρατιέται. [...] 
[...] ραγιάδες χεις, μάννα γ, σκυφτος γι τ χαράτσι [...] 
[...] τν Ερωπαίων περιγελ κα τν ρχαίων παλιάτσοι. [...]

Γύριζε (1908)
«Γύριζε, μ σταθς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ψεύτης εδωλο εν᾿ δ, τ προσκυν πλεμπάγια,
λήθεια τόπο ν σταθ μι σπιθαμ δ θβρ.
λάργα. Μόρα τς ψυχς τς χώρας τ μουράγια.
π θαμπος ντερβίσηδες κα στέρφους μανταρίνους
κι π τος χαλκοπράσινους Πολιτεία πατιέται.
Χαρ στος χασομέρηδες! Χαρ στος ρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ρωμις κα δασκαλοκρατιέται.
Δν χεις, λυμπε, θεούς, μηδ λεβέντες σσα,
ραγιάδες χεις, μάννα γ, σκυφτος γι τ χαράτσι,
κούφιοι κα κνο καταφρονον τ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τν Ερωπαίων περιγελ κα τν ρχαίων παλιάτσοι.
Κα δημοκόποι Κλέωνες κα λογοκόποι Ζωίλοι,
κα Μαμμωνδες βάρβαροι, κα χανοι λεβαντίνοι.
λύκοι, κοπάδια, ο πιστικο κα ψωριασμένοι ο σκύλοι
κι ο χαροκόποι διάντροποι κα πόρνη Ρωμιοσύνη!»

Υ.Γ Πλεμπάγια:Η λέξη δημοψήφισμα δεν είναι  αρχαία λέξη (οι αρχαίοι είχαν μόνο το ψήφισμα) αλλά νεό τερος λόγιος σχηματισμός προς απόδοση του γαλλικού plebiscite, που προέρχεται από τα λατινικά. Η ελληνική λέξη δημοψήφισμα είναι δηλαδή μεταφραστικό δάνειο από το λατινικό plebis scitum (κατά λέξη: δήμου ψήφισμα). Στην πρώτη λέξη θα αναγνωρίσουμε τη δική μας πλέμπα ή πλεμπάγια, αλλά και τους πληβείους, δηλαδή το λαό· η αρχική λατινική λέξη είναι plebs, που σημαίνει «όχλος, λαός».

/
[...] Τα Σατιρικά Γυμνάσματα πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1908 και το 1909 στο γλωσσικά και πολιτικά μαχητικό περιοδικό Ο Νουμάς. Πρόκειται για σαράντα τέσσερα αυτοτελή ποιήματα μικρού μεγέθους (δεκατρείς ενδεκασύλλαβοι στίχοι το καθένα: συνολικά, 143 συλλαβές). Γραμμένα σε περίτεχνες τερτσίνες, «το τρίστιχο απ’ την Κόλαση του Δάντη», εκφράζουν – ενδεικτικότατα και θαρραλέα – τη μαστιγωτική οργή του ποιητή για τη θλιβερή κατάντια εκείνων των χρόνων («της πολιτικής οι φασουλήδες», «μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία», «της γραμματικής οι μανταρίνοι», «ψεύτες, άμυαλοι, κιοτήδες», «της αμαρτίας πατρίδα, άμυαλη Μάνα») μαζί με μια πικρή αυτολύπηση και κάποιες ιδεαλιστικές διαφυγές. [. . .]








Φ.Α

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου